Η Ευρωπαϊκή Ένωση προετοιμάζει το Ευρωπαϊκό Πακέτο για την Ψηφιακή Κυριαρχία (Tech Sovereignty Package) , ένα νέο πλαίσιο πολιτικής που αναμένεται να παρουσιαστεί εντός του 2026 και φιλοδοξεί να ενισχύσει τον έλεγχο της Ευρώπης στις κρίσιμες ψηφιακές τεχνολογίες. Στόχος του δεν είναι μόνο η μείωση της εξάρτησης από μη ευρωπαϊκούς τεχνολογικούς παρόχους, αλλά και η ενίσχυση των ευρωπαϊκών δυνατοτήτων σε τομείς όπως οι ημιαγωγοί, το υπολογιστικό νέφος (cloud computing), η τεχνητή νοημοσύνη και το λογισμικό ανοιχτού κώδικα.

Σύμφωνα με τη Δρ Monique Calisti, διευθύνουσα σύμβουλο της Martel Innovate και συντονίστρια της πρωτοβουλίας NGI Commons, το νέο πακέτο δεν αφορά απλώς τη ρύθμιση της αγοράς. Αποσκοπεί στον επαναπροσδιορισμό των ψηφιακών θεμελίων της Ευρώπης μέσα από ανοιχτές και κοινόχρηστες υποδομές, οι οποίες ενισχύουν τη συνεργασία, την ανθεκτικότητα και τη βιώσιμη διακυβέρνηση.

Λιγότερη γραφειοκρατία, μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα

Το Ευρωπαϊκό Πακέτο για την Ψηφιακή Κυριαρχία δεν εισάγει ένα εντελώς νέο κανονιστικό πλαίσιο. Αντίθετα, επιδιώκει να απλοποιήσει και να εναρμονίσει τους υφιστάμενους κανόνες, ακολουθώντας τις κατευθύνσεις της έκθεσης για την ανταγωνιστικότητα που παρουσίασε ο Mario Draghi το 2024, καθώς και της στρατηγικής «Πυξίδα Ανταγωνιστικότητας» (Competitiveness Compass) της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η βασική επιδίωξη είναι διττή: αφενός να περιοριστεί η γραφειοκρατία που επιβραδύνει την καινοτομία και αφετέρου να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες ώστε οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να μπορούν να αναπτυχθούν και να ανταγωνιστούν σε διεθνές επίπεδο.

Στο επίκεντρο της νέας στρατηγικής βρίσκεται η έννοια της «Ανοιχτής Στρατηγικής Αυτονομίας» (Open Strategic Autonomy), δηλαδή η δυνατότητα της Ευρώπης να διατηρεί ενεργό ρόλο στη διεθνή συνεργασία, διατηρώντας παράλληλα τον έλεγχο κρίσιμων τεχνολογιών και υποδομών.

Οι τέσσερις βασικοί άξονες

Το νέο πακέτο βασίζεται σε τέσσερις κύριους πυλώνες:

  • την ανάπτυξη υποδομών υπολογιστικού νέφους και τεχνητής νοημοσύνης,
  • τον Ευρωπαϊκό Νόμο για τους Μικροεπεξεργαστές 2.0 (Chips Act 2.0) και τη νέα γενιά υπολογιστικών υποδομών,
  • τα Ευρωπαϊκά Ανοιχτά Ψηφιακά Οικοσυστήματα και τη στρατηγική για το λογισμικό ανοιχτού κώδικα,
  • και τον οδικό χάρτη για την ψηφιοποίηση του ενεργειακού τομέα.

Οι παρεμβάσεις αυτές συνδέονται άμεσα με την ανάγκη ανάπτυξης ευρωπαϊκών ψηφιακών υποδομών, οι οποίες θα μπορούν να λειτουργούν με ασφάλεια και αυτονομία σε ένα διεθνές περιβάλλον εντεινόμενων γεωπολιτικών και τεχνολογικών ανταγωνισμών.

Το λογισμικό ανοιχτού κώδικα ως ψηφιακό κοινό αγαθό

Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία του Ευρωπαϊκού Πακέτου για την Ψηφιακή Κυριαρχία είναι η επίσημη αναγνώριση των ανοιχτών τεχνολογιών ως «ψηφιακών κοινών αγαθών» (digital commons). Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, μέσω των Γενικών Διευθύνσεων Πληροφορικής και Δικτύων Επικοινωνιών, Περιεχομένου και Τεχνολογιών, αντιμετωπίζει πλέον το λογισμικό ανοιχτού κώδικα όχι απλώς ως μια οικονομικά αποδοτική εναλλακτική λύση, αλλά ως κρίσιμη ψηφιακή υποδομή δημόσιου συμφέροντος.

Η αλλαγή αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, αν ληφθεί υπόψη η δυναμική της ευρωπαϊκής κοινότητας προγραμματιστών. Σύμφωνα με στοιχεία του GitHub Innovation Graph, σχεδόν 25 εκατομμύρια προγραμματιστές στην Ευρωπαϊκή Ένωση πραγματοποίησαν περισσότερες από 155 εκατομμύρια συνεισφορές σε δημόσια έργα μέσα σε έναν μόνο χρόνο.

Ωστόσο, σημαντικό μέρος της εμπορικής αξίας αυτής της δραστηριότητας αξιοποιείται σήμερα από μεγάλες μη ευρωπαϊκές τεχνολογικές εταιρείες, οι οποίες ενσωματώνουν ευρωπαϊκά έργα ανοιχτού κώδικα σε ιδιωτικές εμπορικές πλατφόρμες, ενώ η συντήρηση των ίδιων των έργων βασίζεται συχνά σε υποχρηματοδοτούμενες κοινότητες εθελοντών και ανεξάρτητων προγραμματιστών.

Η δημιουργία κοινών ευρωπαϊκών ψηφιακών υποδομών

Σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερη σημασία αποκτά και το Digital Commons European Digital Infrastructure Consortium (DC-EDIC), μια νομικά δεσμευτική ευρωπαϊκή δομή συνεργασίας, η οποία επιτρέπει στα κράτη-μέλη να χρηματοδοτούν και να αναπτύσσουν από κοινού υποδομές ανοιχτού κώδικα σε τομείς όπως το υπολογιστικό νέφος, η κυβερνοασφάλεια και η τεχνητή νοημοσύνη.

Στόχος είναι οι δημόσιες διοικήσεις να μην εξαρτώνται αποκλειστικά από ιδιωτικές μη ευρωπαϊκές πλατφόρμες λογισμικού, αλλά να αποκτήσουν πρόσβαση σε ευρωπαϊκές ψηφιακές λύσεις με μεγαλύτερο βαθμό ελέγχου και διαφάνειας.

Παράλληλα, η Ευρωπαϊκή Ένωση αναγνωρίζει ότι οι κρίσιμες υποδομές ανοιχτού κώδικα δεν μπορούν να στηρίζονται αποκλειστικά σε αποσπασματικές χρηματοδοτήσεις. Για τον λόγο αυτό εξετάζονται μηχανισμοί σταθερής λειτουργικής χρηματοδότησης για τη συντήρηση και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα βασικών έργων.

Κυβερνοασφάλεια χωρίς υπερβολικές υποχρεώσεις συμμόρφωσης

Η στρατηγική αυτή συνδέεται και με τον Κανονισμό για την Κυβερνοανθεκτικότητα (Cyber Resilience Act – CRA), ο οποίος εισάγει τον ρόλο του «Open Source Software Steward». Πρόκειται για ένα ειδικό νομικό πλαίσιο που επιτρέπει σε ιδρύματα και οργανισμούς να συντηρούν κρίσιμες υποδομές ανοιχτού κώδικα με ελαφρύτερες υποχρεώσεις συμμόρφωσης σε σύγκριση με τους εμπορικούς παρόχους λογισμικού.

Η προσέγγιση αυτή επιδιώκει να προστατεύσει το ψηφιακό οικοσύστημα χωρίς να δημιουργεί αποτρεπτικές συνθήκες για τους προγραμματιστές και τις κοινότητες ανάπτυξης λογισμικού ανοιχτού κώδικα.

Ψηφιοποίηση της ενέργειας και τεχνητή νοημοσύνη

Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στον ενεργειακό τομέα. Ο νέος ευρωπαϊκός οδικός χάρτης για την ψηφιοποίηση και την αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης στην ενέργεια αντιμετωπίζει πλέον τα ενεργειακά δίκτυα ως κρίσιμες ψηφιακές υποδομές στρατηγικής σημασίας.

Η στρατηγική προβλέπει τη δημιουργία ενός κοινού ευρωπαϊκού χώρου ενεργειακών δεδομένων, τη χρήση συνθετικών δεδομένων για την εκπαίδευση μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης χωρίς να παραβιάζονται οι κανόνες προστασίας προσωπικών δεδομένων, καθώς και την ανάπτυξη προηγμένων ψηφιακών μοντέλων των ενεργειακών δικτύων για την προσομοίωση κυβερνοεπιθέσεων και τη δοκιμή σεναρίων ανθεκτικότητας.

Υπολογιστικές υποδομές και ενεργειακές προκλήσεις

Παρά τις υψηλές φιλοδοξίες, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια κρίσιμη πρόκληση: τη σύγκρουση ανάμεσα στην ανάγκη ανάπτυξης ισχυρών υπολογιστικών υποδομών τεχνητής νοημοσύνης και στους ενεργειακούς περιορισμούς.

Τα κέντρα δεδομένων (data centers) που απαιτούνται για την ανάπτυξη εφαρμογών τεχνητής νοημοσύνης καταναλώνουν τεράστιες ποσότητες ενέργειας. Για τον λόγο αυτό, η Ευρωπαϊκή Ένωση σχεδιάζει ένα νέο πλαίσιο ενεργειακής αποδοτικότητας που θα απαιτεί από τα νέα ευρωπαϊκά data centers να λειτουργούν με αυστηρά κριτήρια βιωσιμότητας, όπως η αξιοποίηση της πλεονάζουσας θερμότητας και η συμβολή στη σταθερότητα των ενεργειακών δικτύων.

Το μεγάλο ερώτημα είναι αν αυτές οι αυστηρές περιβαλλοντικές απαιτήσεις θα λειτουργήσουν τελικά ως κίνητρο ή ως αντικίνητρο για νέες επενδύσεις σε ευρωπαϊκές ψηφιακές υποδομές.

Το χρηματοδοτικό στοίχημα της Ευρώπης

Για την υλοποίηση όλων αυτών των στόχων, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχεδιάζει τη δημιουργία ενός κεντρικού Ευρωπαϊκού Ταμείου Ανταγωνιστικότητας, με στόχο την κινητοποίηση εκατοντάδων δισεκατομμυρίων ευρώ για επενδύσεις σε τεχνολογίες αιχμής.

Ωστόσο, εδώ αναδεικνύεται μια ακόμη στρατηγική πρόκληση: η ισορροπία ανάμεσα στην ευρωπαϊκή αυτονομία και στην ανάγκη προσέλκυσης ξένων επενδύσεων. Η ανάπτυξη οικοσυστημάτων τεχνητής νοημοσύνης και ημιαγωγών απαιτεί τεράστια κεφάλαια, και η Ευρώπη καλείται να αποδείξει ότι μπορεί να χρηματοδοτήσει τις φιλοδοξίες της χωρίς να περιορίσει την ανταγωνιστικότητά της.

Πηγή: https://commons.ngi.eu/2026/05/08/understanding-the-tech-sovereignty-package-what-to-expect/