Η ψηφιακή κυριαρχία αναδεικνύεται σε βασική προτεραιότητα για πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, με το λογισμικό ανοικτού κώδικα να αποτελεί ένα από τα βασικά εργαλεία για τη μείωση της εξάρτησης από ιδιοκτησιακές τεχνολογίες και συγκεκριμένους προμηθευτές. Στο πλαίσιο αυτό, η Ελβετία εφαρμόζει μια στρατηγική που συνδυάζει θεσμικές παρεμβάσεις, οργανωτικές αλλαγές και πιλοτικά έργα στη δημόσια διοίκηση.
Σταδιακή απεξάρτηση από το ιδιόκτητο λογισμικό
Τον Απρίλιο του 2026, εκπρόσωπος της Ομοσπονδιακής Καγκελαρίας της Ελβετίας ανακοίνωσε ότι η ομοσπονδιακή διοίκηση επιδιώκει να μειώσει σταδιακά τη μακροπρόθεσμη εξάρτησή της από ιδιόκτητο λογισμικό. Η κατεύθυνση αυτή εντάσσεται στη στρατηγική της χώρας για την ενίσχυση της ψηφιακής κυριαρχίας και του ελέγχου των πληροφοριακών της συστημάτων.
Όπως επισημαίνει ο Alexander Barclay, Επικεφαλής Μετασχηματισμού και Διαλειτουργικότητας της Ομοσπονδιακής Διοίκησης της Ελβετίας, ψηφιακή κυριαρχία σημαίνει ότι «η ομοσπονδιακή κυβέρνηση μπορεί να επιτελεί την αποστολή της χωρίς να εξαρτάται από έναν εξωτερικό προμηθευτή ή μια άλλη χώρα».
Κατευθυντήριες αρχές για την ψηφιακή κυριαρχία
Τον Δεκέμβριο του 2025, η ελβετική κυβέρνηση υιοθέτησε τις Κατευθυντήριες Αρχές για την Ψηφιακή Κυριαρχία της Ομοσπονδιακής Κυβέρνησης, οι οποίες καθορίζουν ένα κοινό πλαίσιο για όλα τα ψηφιακά έργα της ομοσπονδιακής διοίκησης. Στόχος τους είναι να διασφαλίσουν ότι το κράτος διατηρεί τον έλεγχο των πληροφοριακών του συστημάτων και περιορίζει την εξάρτησή του από συγκεκριμένους προμηθευτές.
Οι αρχές αυτές συμπληρώνουν τον Ομοσπονδιακό νόμο περί Συμφώνου (LMETA) , ο οποίος τέθηκε σε ισχύ το 2023. Ο νόμος προβλέπει ότι, κατά κανόνα, ο πηγαίος κώδικας του λογισμικού που αναπτύσσεται με δημόσιους πόρους δημοσιεύεται, με εξαίρεση τις περιπτώσεις όπου συντρέχουν λόγοι ασφάλειας ή δικαιώματα τρίτων.
Με τον τρόπο αυτό, η Ελβετία εφαρμόζει στην πράξη την αρχή «δημόσιο χρήμα, δημόσιος κώδικας» (Public Money, Public Code), μετατρέποντας τη δημοσίευση του πηγαίου κώδικα από επιδίωξη σε υποχρέωση.
Το λογισμικό ανοικτού κώδικα ενισχύει την ψηφιακή κυριαρχία
Σύμφωνα με τον Alexander Barclay, η ψηφιακή κυριαρχία δεν αποτελεί έναν σταθερό τελικό στόχο, αλλά μια διαρκή διαδικασία. Όπως επισημαίνει, ζητούμενο είναι η ανάπτυξη λύσεων που μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες όλων των υπουργείων.
Σε αυτό το πλαίσιο, το λογισμικό ανοικτού κώδικα θεωρείται βασικός παράγοντας ενίσχυσης της ψηφιακής κυριαρχίας. Η πρόσβαση στον πηγαίο κώδικα επιτρέπει στη διοίκηση να συνεχίσει να λειτουργεί και να συντηρεί τα πληροφοριακά της συστήματα ακόμη και αν ένας προμηθευτής σταματήσει να τα υποστηρίζει. Για τον λόγο αυτό, η μετάβαση σε λύσεις ανοικτού κώδικα δεν συνδέεται μόνο με τη μείωση του κόστους των αδειών χρήσης, αλλά και με την ενίσχυση της ανθεκτικότητας των πληροφοριακών συστημάτων.
Πιλοτικό έργο για εναλλακτικό ψηφιακό περιβάλλον εργασίας
Στο πλαίσιο της στρατηγικής αυτής, η Ελβετία ολοκληρώνει μια πιλοτική δοκιμή (proof of concept) μιας λύσης ανοικτού κώδικα ως εναλλακτικής σε ιδιόκτητο ψηφιακό περιβάλλον εργασίας που χρησιμοποιείται από την ομοσπονδιακή διοίκηση.
Η πιλοτική εφαρμογή αφορά περίπου 300 δημόσιους υπαλλήλους. Τα αποτελέσματά της αναμένεται να παρουσιαστούν σε σχετική έκθεση το καλοκαίρι του 2026, ενώ στόχος είναι η σταδιακή επέκταση της λύσης σε περίπου 3.000 εργαζομένους της ομοσπονδιακής διοίκησης.
Σκοπός της πρωτοβουλίας είναι η αποτελεσματικότερη παροχή δημόσιων υπηρεσιών και η διασφάλιση της εμπιστευτικότητας των δεδομένων, περιορίζοντας παράλληλα την εξάρτηση από έναν μόνο προμηθευτή ή μία συγκεκριμένη χώρα.
Επένδυση στις ψηφιακές δεξιότητες
Η μετάβαση σε λύσεις ανοικτού κώδικα προϋποθέτει την ανάπτυξη των κατάλληλων ψηφιακών δεξιοτήτων στο ανθρώπινο δυναμικό της δημόσιας διοίκησης. Όπως επισημαίνει ο Alexander Barclay, στόχος είναι οι δημόσιοι υπάλληλοι να μην περιορίζονται στον ρόλο του χρήστη, αλλά να μπορούν να λειτουργούν, να υποστηρίζουν και να αποσφαλματώνουν το λογισμικό.
Με αυτόν τον τρόπο, η διοίκηση αποκτά μεγαλύτερη αυτονομία στην ανάπτυξη και τη διαχείριση των πληροφοριακών της συστημάτων, ενώ διευκολύνεται η συμμετοχή της στις κοινότητες ανοικτού λογισμικού και ενισχύεται η διαλειτουργικότητα. Παράλληλα, όπως επισημαίνει ο Barclay, η μετάβαση από το ιδιόκτητο λογισμικό δεν μπορεί να βασίζεται αποκλειστικά στη μείωση του κόστους των αδειών χρήσης· εξίσου σημαντική είναι και η ενίσχυση της ανθεκτικότητας των πληροφοριακών συστημάτων.
Η αξία της διασυνοριακής συνεργασίας
Η Ελβετία δεν διαμορφώνει τη στρατηγική της μεμονωμένα, αλλά παρακολουθεί στενά τις αντίστοιχες πρωτοβουλίες που αναπτύσσονται στην Ευρώπη. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται το LaSuite και η πρόσφατη απόφαση της γαλλικής DINUM για μετάβαση σε Linux, το Developers Italia, το γερμανικό ZenDiS, καθώς και η μετάβαση του γερμανικού κρατιδίου του Σλέσβιχ-Χόλσταϊν σε λύσεις ανοικτού κώδικα.
Όπως επισημαίνει ο Alexander Barclay, οι δημόσιες διοικήσεις μπορούν να ωφεληθούν σημαντικά ανταλλάσσοντας εμπειρίες και καλλιεργώντας μια κουλτούρα δοκιμών, πειραματισμού και συνεργασίας. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, η μετάβαση στο λογισμικό ανοικτού κώδικα «δεν είναι ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος· όλοι ωφελούνται από αυτήν».
Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι κάθε στρατηγική για την ενίσχυση της ψηφιακής κυριαρχίας πρέπει να στηρίζεται σε ένα σαφές νομικό πλαίσιο. Στην περίπτωση της Ελβετίας, ο νόμος LMETA αποτέλεσε τη βάση για την εφαρμογή της αρχής «δημόσιο χρήμα, δημόσιος κώδικας», μετατρέποντας τη δημοσίευση του πηγαίου κώδικα από επιδίωξη σε υποχρέωση.
Ένα παράδειγμα ευρωπαϊκής στρατηγικής
Η ελβετική εμπειρία αναδεικνύει ότι η ενίσχυση της ψηφιακής κυριαρχίας προϋποθέτει συνδυασμό θεσμικών παρεμβάσεων, ανάπτυξης δεξιοτήτων και αξιοποίησης του λογισμικού ανοικτού κώδικα. Παράλληλα, επιβεβαιώνει ότι η ανταλλαγή εμπειριών και η συνεργασία μεταξύ των δημόσιων διοικήσεων μπορούν να επιταχύνουν τη μετάβαση σε πιο ανοικτές, ανθεκτικές και βιώσιμες ψηφιακές υποδομές.