Μπορεί μια ψηφιακή δημόσια υπηρεσία που λειτουργεί σε μία ευρωπαϊκή χώρα να εντοπιστεί, να αξιολογηθεί και να αγοραστεί από μια δημόσια διοίκηση σε μια άλλη; Με δεδομένες τις επενδύσεις της Ευρώπης στις κοινές ψηφιακές υποδομές, η απάντηση θα μπορούσε να θεωρείται αυτονόητη. Δεν είναι.

Το φθινόπωρο του 2026, το Public Services Marketplace, ένα από τα πιλοτικά έργα του ευρωπαϊκού GovTech4All, περνά από τη φάση της ανάλυσης στη δοκιμή στην πράξη. Στόχος είναι να διερευνηθεί πού ακριβώς συναντά εμπόδια η διασυνοριακή αξιοποίηση ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών και τι θα απαιτούνταν για να ξεπεραστούν.

Μια ενιαία αγορά με ένα σημαντικό κενό

Η Ευρώπη διαθέτει ενιαία αγορά για αγαθά, υπηρεσίες, κεφάλαια και ανθρώπους. Δεν διαθέτει, όμως, αντίστοιχη αγορά για τις ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες.

Ένα σύστημα κρατήσεων για προσβάσιμες μεταφορές, μια υπηρεσία υποβολής αίτησης για μια άδεια ή ένας έλεγχος επιλεξιμότητας για μια κοινωνική παροχή μπορεί να σχεδιάζεται και να αξιολογείται ξανά και ξανά, ενώ η προμήθειά του πραγματοποιείται από δήμο σε δήμο, από φορέα σε φορέα και από χώρα σε χώρα. Μια υπηρεσία που λειτουργεί καλά στο Τρόντχαϊμ μπορεί, στην πράξη, να μην είναι καν ορατή σε μια δημόσια διοίκηση στη Θεσσαλονίκη.

Αυτό δεν οφείλεται στην έλλειψη ψηφιακών υποδομών. Εδώ και δύο δεκαετίες, η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει δημιουργήσει τις ψηφιακές «οδούς» που επιτρέπουν τη διασυνοριακή συνεργασία: το eIDAS για την ηλεκτρονική ταυτοποίηση, το Peppol για τις ηλεκτρονικές προμήθειες και την ηλεκτρονική τιμολόγηση και το Once-Only Technical System για τη διασυνοριακή ανταλλαγή εγγράφων.

Αυτό που λείπει είναι ένα κοινό επίπεδο πάνω από αυτές τις υποδομές, το οποίο θα επέτρεπε σε μια ψηφιακή υπηρεσία να «ταξιδεύει» από τη μία δημόσια διοίκηση στην άλλη.

Το κόστος αυτού του κενού είναι η επανάληψη των ίδιων διαδικασιών. Για κάθε δημόσια προμήθεια, κάθε αναθέτουσα αρχή επαναλαμβάνει την ίδια δουλειά: αξιολόγηση συμμόρφωσης με τον Γενικό Κανονισμό για την Προστασία Δεδομένων (GDPR), έλεγχο προσβασιμότητας, διασύνδεση με συστήματα ταυτοποίησης, έλεγχο ασφάλειας, ανάλυση της αγοράς και εξέταση της νομικής διαδικασίας. Πρόκειται για εργασίες που σε μεγάλο βαθμό δεν αφορούν αποκλειστικά τη συγκεκριμένη αρχή, αλλά πραγματοποιούνται χιλιάδες φορές τον χρόνο σε ολόκληρη την Ευρώπη και στη συνέχεια δεν αξιοποιούνται από την επόμενη διοίκηση.

Αντίστοιχο είναι το κόστος και για τους προμηθευτές, ιδιαίτερα για τις μικρότερες επιχειρήσεις: το γεγονός ότι ένας προμηθευτής έχει περάσει επιτυχώς τη διαδικασία αξιολόγησης για έναν δημόσιο φορέα δεν σημαίνει ότι η αξιολόγηση αυτή έχει αντίστοιχη ισχύ για τον επόμενο.

Τιείναιτο Public Services Marketplace

Το Public Services Marketplace είναι ένα από τα πιλοτικά έργα του GovTech4All, το οποίο συγχρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση στο πλαίσιο του προγράμματος Ψηφιακή Ευρώπη και υλοποιείται την περίοδο 2025–2027.

Επικεφαλής εταίρος είναι η σουηδική Bron Innovation,ενώ στο έργο συμμετέχουν η Διεύθυνση Ψηφιοποίησης της Νορβηγίας (Digdir) και η ΕΔΥΤΕ Α.Ε. – GRNET, η εθνική υποδομή έρευνας και τεχνολογίας της Ελλάδας.

Το πιλοτικό έργο δεν επιχειρεί να δημιουργήσει μια νέα κεντρική ευρωπαϊκή πλατφόρμα. Βασικό του αποτέλεσμα θα είναι ένα Blueprint, ένα τεκμηριωμένο πλαίσιο για το εάν και με ποιες προϋποθέσεις θα μπορούσε να υλοποιηθεί μια ευρωπαϊκή αγορά ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών. Το Blueprint αναμένεται να ολοκληρωθεί τον Ιούνιο του 2027.

Στο έγγραφο θα πρέπει να αποτυπώνονται, μεταξύ άλλων, τα αποτελέσματα που θα μπορούσε να επιτύχει μια τέτοια αγορά, οι εναλλακτικές επιλογές —συμπεριλαμβανομένης της επιλογής να μη δημιουργηθεί—, οι διαφορετικές επιπτώσεις για χώρες με διαφορετικό επίπεδο ψηφιακής ωριμότητας, ένα ενδεικτικό πλαίσιο κόστους και οφέλους, αλλά και το τι θα σήμαινε η συμμετοχή για χώρες με ώριμες εθνικές υποδομές, για χώρες που βρίσκονται ακόμη στη διαδικασία ανάπτυξής τους και για ενδιάμεσες περιπτώσεις.

Παράλληλα, θα καταγράφονται τα αποτελέσματα των δοκιμών και ο βαθμός στον οποίο κάθε μηχανισμός έχει επιβεβαιωθεί. Το Blueprint δεν θα αποτελεί έτοιμη τεχνική προδιαγραφή για παραγωγική εφαρμογή ούτε θα αποτυπώνει απαραίτητα την οπτική όλων των κρατών-μελών. Θα πρέπει, όμως, να διακρίνει με σαφήνεια τι έχει επιβεβαιωθεί και τι παραμένει ανοικτό.

Η βασική ιδέα είναι η δημιουργία ενός κοινού λειτουργικού επιπέδου για τις ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες. Όπως ένα λειτουργικό σύστημα αναλαμβάνει κοινές λειτουργίες ώστε κάθε εφαρμογή να μην χρειάζεται να τις υλοποιεί από την αρχή, έτσι και το προτεινόμενο επίπεδο θα μπορούσε να αναλαμβάνει κοινές ανάγκες, όπως η αξιολόγηση προμηθευτών και λύσεων, οι απαιτήσεις προσβασιμότητας και ασφάλειας, η σύνδεση μιας υπηρεσίας με την ταυτότητα του χρήστη, η αναζήτηση διαθέσιμων λύσεων και η δρομολόγηση της διαδικασίας προμήθειας.

Η τελική επιλογή, ωστόσο, θα παραμένει στην αρμοδιότητα κάθε δημόσιας αρχής.

Το μοντέλο προβλέπει εθνική λειτουργία και ευρωπαϊκή συμβατότητα. Κάθε κράτος-μέλος θα μπορούσε να λειτουργεί τη δική του υποδομή, με βάση το δικό του δίκαιο και τις δικές του υποδομές. Η διασύνδεση μεταξύ των εθνικών υποδομών θα πραγματοποιείται μέσω κοινών προτύπων και APIs και όχι μέσω ενός κεντρικού ευρωπαϊκού συστήματος ελέγχου, όπως συμβαίνει σε άλλα ευρωπαϊκά διασυνοριακά οικοσυστήματα, μεταξύ άλλων το eIDAS και το Peppol.

Η προσέγγιση είναι επίσης ανοικτή ως προς τον κώδικα. Δεν αποσκοπεί στην αντικατάσταση των εθνικών πλατφορμών, της εθνικής νομοθεσίας για τις δημόσιες συμβάσεις ή των εθνικών συστημάτων ταυτοποίησης. Το ερώτημα είναι πώς το νέο επίπεδο θα αξιοποιεί τις υφιστάμενες υποδομές και όχι πώς θα τις αντικαταστήσει.

Μια αγορά δεν είναι κατάλογος προμηθευτών

Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη, καθώς ο όρος «Marketplace» χρησιμοποιείται για διαφορετικές έννοιες.

Αρκετές ευρωπαϊκές χώρες διαθέτουν ήδη καταλόγους προμηθευτών ψηφιακών υπηρεσιών στο πλαίσιο δημόσιων συμβάσεων. Πρόκειται για προμηθευτές που έχουν κερδίσει έναν διαγωνισμό και οι λύσεις τους προσφέρονται στη συνέχεια ως προεγκεκριμένες επιλογές.

Οι κατάλογοι αυτοί είναι χρήσιμοι. Ωστόσο, ο ανταγωνισμός έχει ήδη πραγματοποιηθεί και ο κατάλογος αποτελεί το σημείο στο οποίο υλοποιείται το αποτέλεσμα μιας προηγούμενης διαδικασίας.

Το Marketplace που εξετάζει το πιλοτικό έργο έχει διαφορετική λογική: ο ανταγωνισμός παραμένει ανοικτός και εξελίσσεται διαρκώς. Κάθε προμηθευτής που πληροί τις απαιτήσεις μπορεί να συμμετέχει και οι δημόσιοι φορείς μπορούν να επιλέγουν μεταξύ ανταγωνιστικών υπηρεσιών όταν προκύπτει η ανάγκη, μέσω των υφιστάμενων νόμιμων διαδικασιών προμήθειας.

Το πλησιέστερο εργαλείο στην ισχύουσα νομοθεσία είναι το δυναμικό σύστημα αγορών. Πρόκειται, όμως, για διαδικασία δημόσιων συμβάσεων και όχι για ένα σύστημα που από μόνο του δημιουργεί διασυνοριακή αγορά. Τα σημερινά εργαλεία μπορούν να διαχειρίζονται την ένταξη προμηθευτών και τις επιμέρους συμβάσεις ενός αγοραστή, αλλά δεν δίνουν σε έναν προμηθευτή που έχει αξιολογηθεί σε μία χώρα αντίστοιχη αναγνώριση σε μια άλλη ούτε καθιστούν ορατές τις ανταγωνιστικές λύσεις πέρα από τα εθνικά σύνορα.

Γι’ αυτό το πιλοτικό έργο αντιμετωπίζει το δυναμικό σύστημα αγορών ως τη διαδικασία μέσω της οποίας μπορεί να λειτουργήσει το Marketplace και όχι ως το ίδιο το Marketplace.

Με απλά λόγια, ένας κατάλογος απαντά στο ερώτημα «πώς υλοποιώ μια απόφαση που έχει ήδη ληφθεί;». Μια αγορά πρέπει να απαντά στο ερώτημα «πώς εντοπίζω και επιλέγω τη λύση που χρειάζομαι;».

Τρεις δοκιμές στην πράξη

Το φθινόπωρο του 2026, το πιλοτικό έργο δοκιμάζει παράλληλα τρεις διαφορετικές πλευρές του προβλήματος, με αποτελέσματα που αναμένεται να είναι διαθέσιμα έως τον Δεκέμβριο.

Από την ανάγκη σε μια προδιαγραφή που μπορεί να αξιοποιήσει η αγορά

Η πρώτη δοκιμή αφορά τον τρόπο με τον οποίο διατυπώνονται οι ανάγκες των δημόσιων φορέων.

Σήμερα, μια προδιαγραφή συντάσσεται συνήθως εκ των προτέρων, μέσα σε έναν συγκεκριμένο οργανισμό και από ανθρώπους που δεν είναι απαραίτητα οι ίδιοι χρήστες της υπηρεσίας. Συχνά περιγράφει περισσότερο τη διαδικασία της προμήθειας παρά την ίδια την υπηρεσία, με προβλήματα να εμφανίζονται αργότερα.

Το πιλοτικό έργο εξετάζει μια διαφορετική προσέγγιση: περισσότερες δημόσιες αρχές να συνδιαμορφώνουν το τι σημαίνει μια καλή υπηρεσία, με τους ανθρώπους που θα τη χρησιμοποιήσουν να συμμετέχουν στη διαδικασία και όχι να καλούνται μόνο εκ των υστέρων να εκφράσουν τη γνώμη τους.

Το αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι μία κοινή προδιαγραφή για πολλούς αγοραστές και προμηθευτές — ένα σαφέστερο σήμα ζήτησης προς την αγορά.

Μπορεί ένα δικαίωμα να εκδίδεται μία φορά και να ακολουθεί τον πολίτη;

Η δεύτερη δοκιμή αφορά τις προσβάσιμες μεταφορές για ανθρώπους που, λόγω αναπηρίας, ηλικίας ή μειωμένης κινητικότητας, δεν μπορούν να χρησιμοποιήσουν τις συνήθεις δημόσιες συγκοινωνίες και χρειάζονται δημόσια χρηματοδοτούμενη μεταφορά από πόρτα σε πόρτα.

Στη Νορβηγία η υπηρεσία είναι γνωστή ως TT-tjenester, ενώ στη Σουηδία ως färdtjänst. Η αντίστοιχη ανάγκη υπάρχει και στην Ελλάδα, αλλά η υπηρεσία οργανώνεται διαφορετικά σε κάθε χώρα: στη Νορβηγία σε επίπεδο κομητειών, στη Σουηδία από δήμους και περιφέρειες, ενώ στην Ελλάδα υπάρχει διαφορετική και λιγότερο ανεπτυγμένη παροχή, σε συνδυασμό με την εθνική Κάρτα Αναπηρίας, η οποία είναι διαθέσιμη και στο Gov.gr Wallet.

Η συγκεκριμένη περίπτωση επιλέχθηκε ακριβώς επειδή παρουσιάζει διαφορετικές διοικητικές και τεχνικές διαμορφώσεις. Αν μια κοινή προσέγγιση λειτουργήσει σε τρία διαφορετικά περιβάλλοντα, τα αποτελέσματα δεν θα μπορούν εύκολα να αποδοθούν στις ιδιαιτερότητες μιας μόνο χώρας.

Σήμερα, όταν ένας πολίτης μετακινείται πέρα από ένα διοικητικό ή εθνικό σύνορο, η διαδικασία μπορεί να ξεκινήσει ξανά: νέα αξιολόγηση, νέα κάρτα, νέο σύστημα και νέος πάροχος.

Το πιλοτικό έργο εξετάζει την εναλλακτική: το δικαίωμα να εκδίδεται μία φορά από την αρμόδια υπηρεσία υγείας ή κοινωνικής φροντίδας, να συνδέεται με την ταυτότητα του δικαιούχου και να περιλαμβάνει τις απαραίτητες ρυθμίσεις, όπως ο συνοδός, η περιοχή, η διάρκεια ισχύος και ο τύπος μετακίνησης, χωρίς να εγκλωβίζεται στο πληροφοριακό σύστημα ενός συγκεκριμένου φορέα.

Η δοκιμή πραγματοποιείται στο Digdir Labs, ένα περιβάλλον δοκιμών της νορβηγικής ψηφιακής διοίκησης, το οποίο άνοιξε στις 17 Σεπτεμβρίου και επιτρέπει σε δημόσιους φορείς και προμηθευτές —αρχικά στη Νορβηγία— να αναπτύσσουν και να δοκιμάζουν λύσεις πάνω στις κοινές εθνικές ψηφιακές υποδομές.

Εάν η προσέγγιση λειτουργήσει, οι πάροχοι που πληρούν τις απαιτήσεις θα μπορούν να ανταγωνίζονται για την παροχή της υπηρεσίας, ενώ το ίδιο το δικαίωμα θα μπορεί να ακολουθεί τον δικαιούχο μεταξύ διαφορετικών διοικητικών μονάδων και, κατ’ αρχήν, και πέρα από τα εθνικά σύνορα.

Οι αποδείξεις ορθής λειτουργίας θα δοκιμαστούν στις αγορές της Νορβηγίας και της Σουηδίας, ενώ η συμμετοχή της Ελλάδας παραμένει ανοικτό ζήτημα.

Η συγκεκριμένη υπηρεσία θέτει, παράλληλα, τον υψηλότερο πήχη προσβασιμότητας στο πιλοτικό έργο, αναγκάζοντας τις βασικές απαιτήσεις του προτεινόμενου λειτουργικού επιπέδου να διατυπωθούν με σαφήνεια.

Η συμμετοχή της Νορβηγίας προσθέτει και μια ευρωπαϊκή διάσταση στη δοκιμή. Η χώρα δεν είναι κράτος-μέλος της ΕΕ, αλλά συμμετέχει στην ενιαία αγορά μέσω του ΕΟΧ, εφαρμόζει τους σχετικούς κανόνες για τις δημόσιες προμήθειες και την ηλεκτρονική ταυτοποίηση και συμμετέχει στο πρόγραμμα Ψηφιακή Ευρώπη. Ένα δικαίωμα που μετακινείται μεταξύ Νορβηγίας και Σουηδίας διασχίζει, επομένως, όχι μόνο ένα εθνικό αλλά και το εξωτερικό σύνορο της ΕΕ, προσφέροντας μια δοκιμή της προσέγγισης σε επίπεδο ευρωπαϊκής ενιαίας αγοράς.

Ποιος θα κάνει μια αξιολόγηση να αναγνωρίζεται και πέρα από τα σύνορα;

Η τρίτη δοκιμή αφορά τη διακυβέρνηση.

Ένα περιβάλλον δοκιμών μπορεί να αποδείξει ότι ένας μηχανισμός λειτουργεί. Δεν μπορεί, όμως, από μόνο του να δημιουργήσει τον φορέα που θα διασφαλίζει ότι μια αξιολόγηση ή πιστοποίηση θα αναγνωρίζεται σε διαφορετικές χώρες.

Δεν υπάρχει σήμερα ένας ενιαίος ευρωπαϊκός φορέας με την αρμοδιότητα, την εμπιστοσύνη και την επιχειρησιακή δυνατότητα να λειτουργήσει μια κεντρική πλατφόρμα για 27 κράτη-μέλη. Παράλληλα, προηγούμενες προσπάθειες που βασίστηκαν αποκλειστικά στον εθελοντικό συντονισμό δεν οδήγησαν στην απαιτούμενη υιοθέτηση.

Το πιλοτικό έργο εξετάζει τέσσερις επιλογές για τον φορέα που θα μπορούσε να αναλάβει αυτόν τον ρόλο: έναν Ευρωπαϊκό Όμιλο Ψηφιακής Υποδομής (EDIC), ένα ίδρυμα, έναν συνδυασμό των δύο ή το ενδεχόμενο κάθε χώρα να ακολουθήσει ξεχωριστά τη δική της πορεία.

Οι επιλογές αξιολογούνται με τέσσερα κριτήρια: ουδετερότητα, επαρκής αρμοδιότητα ώστε μια αξιολόγηση να μπορεί πράγματι να αναγνωρίζεται πέρα από τα σύνορα, περιορισμένος ρόλος στη διαχείριση μόνο του κοινού επιπέδου και βιώσιμη χρηματοδότηση.

Το ερώτημα, επομένως, είναι ποιος μηχανισμός μπορεί να αναλάβει αυτόν τον ρόλο, όχι εάν χρειάζεται κάποια μορφή διακυβέρνησης.

Ένα «πέμπτο επίπεδο» διαλειτουργικότητας;

Παράλληλα, το πιλοτικό έργο εξετάζει μια ευρύτερη υπόθεση για τη διαλειτουργικότητα.

Το Ευρωπαϊκό Πλαίσιο Διαλειτουργικότητας (EIF) βασίζεται σε τέσσερα επίπεδα: νομικό, οργανωτικό, σημασιολογικό και τεχνικό. Το Public Services Marketplace εξετάζει εάν αυτά τα επίπεδα είναι αναγκαία αλλά όχι επαρκή για τη δημιουργία μιας πραγματικής διασυνοριακής αγοράς.

Η υπόθεση που δοκιμάζεται είναι ότι χρειάζεται και ένα πέμπτο επίπεδο, το «επίπεδο αγοράς», το οποίο θα συνδέει τα τέσσερα επίπεδα διαλειτουργικότητας με τη δυνατότητα μιας ψηφιακής υπηρεσίας να εντοπίζεται, να αξιολογείται, να αναγνωρίζεται και να προμηθεύεται σε διαφορετικά διοικητικά περιβάλλοντα.

Ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο δημόσιων συμβάσεων που αλλάζει

Οι δοκιμές του πιλοτικού έργου πραγματοποιούνται την ίδια στιγμή που εξελίσσεται το ευρωπαϊκό πλαίσιο για τις δημόσιες συμβάσεις.

Στις 9 Σεπτεμβρίου 2026, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε νέο Κανονισμό για τις δημόσιες συμβάσεις και τις συμβάσεις παραχώρησης, με στόχο την αντικατάσταση των τριών οδηγιών του 2014.

Δύο στοιχεία της πρότασης παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το Public Services Marketplace. Πρώτον, πρόκειται για Κανονισμό, ο οποίος, εφόσον εγκριθεί, θα εφαρμόζεται άμεσα στα κράτη-μέλη, χωρίς να απαιτείται η ενσωμάτωσή του στο εθνικό δίκαιο όπως συμβαίνει με μια οδηγία. Δεύτερον, προβλέπει ένα κοινό ψηφιακό οικοσύστημα για τις δημόσιες συμβάσεις, με δίκτυο διαλειτουργικότητας, κοινά σημασιολογικά πρότυπα και ψηφιακά εργαλεία που διευκολύνουν τον έλεγχο των στοιχείων επιλεξιμότητας των επιχειρήσεων, στη βάση ψηφιακών επιχειρηματικών διαπιστευτηρίων και της αρχής «μόνον άπαξ».

Πρόκειται, ουσιαστικά, για εφαρμογή της λογικής «αξιολόγηση μία φορά» και στους προμηθευτές.

Η πρόταση δεν αποτελεί ακόμη ισχύον δίκαιο. Ωστόσο, η κατεύθυνσή της παρουσιάζει άμεσο ενδιαφέρον για το Blueprint του Public Services Marketplace.

Τι θα γνωρίζουμε έως τον Δεκέμβριο

Μέχρι τον Δεκέμβριο του 2026, το πιλοτικό έργο αναμένεται να έχει συγκεκριμένα αποτελέσματα: ένα λειτουργικό πρωτότυπο για τη διαμόρφωση των αναγκών, δοκιμαστικές υλοποιήσεις που θα έχουν αναπτυχθεί και δοκιμαστεί στο Digdir Labs και μια αξιολόγηση των επιλογών διακυβέρνησης με σαφή κριτήρια και συμπεράσματα.

Όλα αυτά θα τροφοδοτήσουν το Blueprint.

Δεν θα υπάρχει, όμως, μια έτοιμη παραγωγική πλατφόρμα, ένας πλήρης φορέας διαπίστευσης ή ένα οριστικοποιημένο μοντέλο διακυβέρνησης. Παραμένει επίσης ανοικτό το ζήτημα της συγκέντρωσης διασυνοριακής ζήτησης σε μεγάλη κλίμακα.

Έτσι, ένα κράτος-μέλος που θα εξετάσει το Blueprint το 2027 δεν θα βρει ένα προϊόν για εγκατάσταση. Θα βρει μια τεκμηριωμένη πρόταση, τα αποτελέσματα των δοκιμών και μια αποτίμηση των προϋποθέσεων που πρέπει να πληρούνται για κάθε πιθανή κατεύθυνση, μαζί με μια επικυρωμένη σε επίπεδο δοκιμών προσέγγιση, αρχιτεκτονική και βασικούς μηχανισμούς.

Το ζητούμενο του Public Services Marketplace είναι τελικά απλό στην περιγραφή, αλλά σύνθετο στην υλοποίηση: μια ψηφιακή δημόσια υπηρεσία που έχει ήδη σχεδιαστεί, αξιολογηθεί και λειτουργεί σε μία ευρωπαϊκή χώρα να μπορεί, υπό τις κατάλληλες προϋποθέσεις, να εντοπιστεί, να αξιολογηθεί και να αξιοποιηθεί ευκολότερα από μια δημόσια διοίκηση σε μια άλλη.

Αν αυτό καταστεί εφικτό, η ευρωπαϊκή διαλειτουργικότητα θα έχει κάνει ένα ακόμη βήμα: από τη διασύνδεση δεδομένων και συστημάτων, στη δυνατότητα των δημόσιων διοικήσεων να αξιοποιούν ευκολότερα λύσεις και υπηρεσίες που έχουν ήδη αναπτυχθεί και δοκιμαστεί αλλού στην Ευρώπη.

Πηγή: https://interoperable-europe.ec.europa.eu/collection/eugovtech/news/three-tests-one-question