Τι χρειάζεται για να δημιουργηθούν ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες που λειτουργούν απρόσκοπτα πέρα από τα σύνορα, τους τομείς και τις δημόσιες διοικήσεις;
Αυτό το ερώτημα συγκέντρωσε περίπου 250 συμμετέχοντες κατά τη διάρκεια του Εποχιακού Σχολείου 2026, το οποίο διοργανώθηκε διαδικτυακά από την Interoperable Europe Academy.
Στις 9-10 Ιουνίου, υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής, δημόσιοι υπάλληλοι, επαγγελματίες του τομέα της διαλειτουργικότητας, εμπειρογνώμονες στον ψηφιακό μετασχηματισμό και άλλα άτομα που ενδιαφέρονταν να μάθουν περισσότερα για το θέμα παρακολούθησαν το Seasonal School, προκειμένου να ξεκινήσουν ένα ταξίδι στη διαλειτουργικότητα που κάλυπτε την ολοκληρωμένη διαδικασία του σχεδιασμού, της ανάπτυξης, της διαχείρισης και της συνεχούς βελτίωσης των ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών.
Η εκδήλωση σχεδιάστηκε γύρω από 5 βασικά στάδια για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση διαλειτουργικών ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών, ακολουθώντας μια πρακτική, βιωματική προσέγγιση. Κάθε στάδιο περιελάμβανε σύντομες διαδραστικές συνεδρίες, κατά τις οποίες παρουσιάστηκαν διάφορες πρωτοβουλίες και εργαλεία που είναι διαθέσιμα για την υποστήριξη της ανάπτυξής τους.

ΒΗΜΑ 1: Πώς καθορίζουμε σαφείς απαιτήσεις με αφετηρία τις πολιτικές ανάγκες;
Κάθε διαλειτουργική ψηφιακή δημόσια υπηρεσία ξεκινά από μια πολιτική ανάγκη: μια νομική υποχρέωση, μια κοινωνική πρόκληση, μια στρατηγική προτεραιότητα ή την ανάγκη βελτίωσης της συνεργασίας μεταξύ των διοικήσεων. Το Βήμα 1 επικεντρώθηκε στον τρόπο με τον οποίο αυτές οι ανάγκες μπορούν να μετατραπούν σε σαφείς, «ψηφιακά έτοιμες» απαιτήσεις από την αρχή, πριν από τη λήψη βασικών σχεδιαστικών ή τεχνικών αποφάσεων.
Μέσω της πρωτοβουλίας «Digital-ready policymaking», οι συμμετέχοντες εξέτασαν το «digital check», το οποίο βοηθά στον εντοπισμό των ψηφιακών πτυχών στις προτάσεις πολιτικής σε πρώιμο στάδιο, συμπεριλαμβανομένων των επιπτώσεων στην ανταλλαγή δεδομένων, την αυτοματοποίηση διαδικασιών, τις ψηφιακές λύσεις και τις ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες. Η συνεδρίαση έδειξε επίσης πώς η διαλειτουργικότητα πρέπει να ενσωματώνεται σε όλες τις νομικές, οργανωτικές, σημασιολογικές και τεχνικές διαστάσεις της, να τεκμηριώνεται μέσω της ψηφιακής δήλωσης και να αξιολογείται πριν από τη λήψη οποιωνδήποτε τελικών αποφάσεων.
Στη συνέχεια, η συνεδρίαση συνέδεσε την προσέγγιση αυτή με τις αξιολογήσεις διαλειτουργικότητας: μια υποχρέωση που προβλέπεται από τον Νόμο για τη Διαλειτουργική Ευρώπη, η οποία αποσκοπεί στον εντοπισμό πιθανών προκλήσεων και εμποδίων στη διαλειτουργικότητα κατά την εισαγωγή δεσμευτικών απαιτήσεων που επηρεάζουν τις Διαευρωπαϊκές Ψηφιακές Δημόσιες Υπηρεσίες (TDPS), βοηθώντας έτσι τις διοικήσεις να προβλέψουν τους κινδύνους που σχετίζονται με τη διαλειτουργικότητα.
Συγκεκριμένα, η αξιολόγηση διαλειτουργικότητας θεωρείται:
- Μηχανισμός που διασφαλίζει ότι οι διασυνοριακές ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες μπορούν να ανταλλάσσουν δεδομένα
- Εργαλείο για την κατανόηση της έκτασης των απαιτήσεων και
- Στρατηγική για την προώθηση της αρχής της «διαλειτουργικότητας εκ σχεδιασμού» στη διαδικασία χάραξης πολιτικής.
Για την υποστήριξη της διαδικασίας αξιολόγησης, παρουσιάστηκε επίσης στους συμμετέχοντες η «Εργαλειοθήκη Αξιολόγησης» (Assessment Toolbox), ένας ειδικός χώρος εντός της Πύλης «Διαλειτουργική Ευρώπη» (Interoperable Europe Portal) που συγκεντρώνει πρακτικούς πόρους, κατευθυντήριες γραμμές και εργαλεία που έχουν αναπτυχθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για να βοηθήσουν τις διοικήσεις να προετοιμάσουν, να διεξάγουν, να τεκμηριώσουν και να δημοσιεύσουν τις αξιολογήσεις τους.
Μέχρι το τέλος του Βήματος 1, οι συμμετέχοντες είχαν διερευνήσει τα θεμέλια της πορείας προς τη διαλειτουργικότητα: να ξεκινήσουν από την πολιτική ανάγκη, να προσδιορίσουν έγκαιρα τις ψηφιακές επιπτώσεις, να ενσωματώσουν τη διαλειτουργικότητα στις απαιτήσεις, να αξιολογήσουν τις πιθανές επιπτώσεις στη διαλειτουργικότητα πριν οι αποφάσεις καταστούν οριστικές· και να εξοικειωθούν με τα εργαλεία και τους πόρους που διατίθενται για τη διεξαγωγή αξιολογήσεων διαλειτουργικότητας στην πράξη.
ΒΗΜΑ 2: Πώς μπορούμε να επαναχρησιμοποιήσουμε υπάρχουσες ευρωπαϊκές λύσεις αντί να ξεκινήσουμε από το μηδέν;
Μόλις οι πολιτικές ανάγκες μετατραπούν σε σαφείς απαιτήσεις, το επόμενο βήμα είναι να εντοπιστούν υπάρχουσες λύσεις, υπηρεσίες και πόροι που μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν, να προσαρμοστούν ή να αξιοποιηθούν ως βάση. Το Βήμα 2 εστίασε στην επαναχρησιμοποίηση ως βασική αρχή της διαλειτουργικότητας, η οποία επιτρέπει στις διοικήσεις να παρέχουν υπηρεσίες με μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και οικονομική αποδοτικότητα, μειώνοντας την αλληλεπικάλυψη και τον κατακερματισμό και υποστηρίζοντας τη σύγκλιση σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Η συνεδρία συνέδεσε επίσης την επαναχρησιμοποίηση με το «Assessment Toolbox» (Σύνολο Εργαλείων Αξιολόγησης), καταδεικνύοντας πώς οι διοικήσεις μπορούν να επαναχρησιμοποιήσουν την υπάρχουσα γνώση, τις πρακτικές αξιολόγησης και τις δημοσιευμένες εκθέσεις για να υποστηρίξουν τη δική τους πορεία προς την αξιολόγηση της διαλειτουργικότητας. Στη συνέχεια, οι συμμετέχοντες παρακολούθησαν μια καθοδηγούμενη παρουσίαση των εργαλείων (δηλ. το AI4DRPM, το EIF Checker για τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, το διαδικτυακό εργαλείο αξιολόγησης, το αποθετήριο εκθέσεων και το API αξιολογήσεων), η οποία πραγματοποιήθηκε από τον εκάστοτε δημιουργό του εργαλείου.
Στη συνέχεια, οι συμμετέχοντες εξέτασαν τον τρόπο με τον οποίο τα υφιστάμενα ευρωπαϊκά πρότυπα, μοντέλα, δομικά στοιχεία και λύσεις μπορούν να υποστηρίξουν την ανάπτυξη ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών. Πόροι όπως ο Κατάλογος Λύσεων «Interoperable Europe», ο Κατάλογος Λύσεων Ανοικτού Κώδικα της ΕΕ, ή τα συστήματα EIRA και eGovERA κατέδειξαν πώς τα κοινά ευρωπαϊκά εργαλεία, κατάλογοι και αρχιτεκτονικές μπορούν να υποστηρίξουν τον εντοπισμό στοιχείων που μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν, προωθώντας πιο συνεκτικές και διαλειτουργικές ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες.
Μέχρι το τέλος του Βήματος 2, οι συμμετέχοντες είχαν διερευνήσει τη σημασία του ελέγχου του τι υπάρχει ήδη πριν από την ανάπτυξη κάτι νέου, καθώς και της αξιοποίησης κοινών ευρωπαϊκών πόρων για τον σχεδιασμό ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών καλύτερα προετοιμασμένων να λειτουργούν πέρα από τα σύνορα.
ΒΗΜΑ 3: Πώς συνεργαζόμαστε και διαχειριζόμαστε αποτελεσματικά τις πρωτοβουλίες διαλειτουργικότητας;
Αφού καθορίστηκαν οι απαιτήσεις και εντοπίστηκαν οι επαναχρησιμοποιήσιμες λύσεις, η συζήτηση στράφηκε σε έναν κρίσιμο παράγοντα που διευκολύνει τη διαλειτουργικότητα: τη συνεργασία και τη διακυβέρνηση.
Οι συμμετέχοντες διερεύνησαν τον τρόπο με τον οποίο οι διαλειτουργικές ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες εξαρτώνται από την αποτελεσματική συνεργασία μεταξύ πολλαπλών φορέων, συμπεριλαμβανομένων των δημόσιων διοικήσεων, των υπευθύνων χάραξης πολιτικής, των νομικών εμπειρογνωμόνων, των τεχνικών ομάδων και των παρόχων υπηρεσιών. Η επίτευξη της διαλειτουργικότητας δεν αποτελεί αποκλειστικά τεχνική πρόκληση· αποτελεί οργανωτική πρόκληση, καθώς απαιτεί σαφείς δομές διακυβέρνησης που ορίζουν ρόλους, αρμοδιότητες και διαδικασίες λήψης αποφάσεων σε όλους τους οργανισμούς και τα διοικητικά επίπεδα.
Κεντρικό θέμα της συνεδρίας ήταν η σημασία της δημιουργίας χώρων συνεργασίας και μηχανισμών διακυβέρνησης που υποστηρίζουν τον συντονισμό, τη λογοδοσία και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα.
Οι συμμετέχοντες ενημερώθηκαν για τις μεθοδολογίες PM² και για τον τρόπο με τον οποίο αυτές μπορούν να συμβάλουν στη δομή των έργων, στη διαχείριση των ευθυνών και στον περιορισμό των κινδύνων καθ’ όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής των πρωτοβουλιών διαλειτουργικότητας. Η συνεδρία διερεύνησε επίσης την οργανωτική διάσταση της παροχής ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών, τονίζοντας ότι η αποτελεσματική διακυβέρνηση είναι απαραίτητη για να μετατραπεί η διαλειτουργικότητα από έννοια σε πρακτική πραγματικότητα.
Στη συνέχεια, η συνεδρία συνέδεσε την επίσημη διακυβέρνηση με την ευρύτερη συνεργασία. Μέσω της Κοινότητας «Interoperable Europe» και των ενημερωτικών σημειωμάτων για την αμοιβαία μάθηση, οι συμμετέχοντες διερεύνησαν τον τρόπο με τον οποίο οι διοικήσεις μπορούν να ανταλλάσσουν εμπειρίες, να αντλούν διδάγματα από τις υπάρχουσες πρακτικές και να δημιουργούν δίκτυα που υποστηρίζουν την εφαρμογή διαλειτουργικών λύσεων.
Μέχρι το τέλος του Βήματος 3, οι συμμετέχοντες είχαν καταλήξει σε ένα κεντρικό μήνυμα: η διαλειτουργικότητα εξαρτάται όχι μόνο από την καλή τεχνολογία, αλλά και από τη σαφή διακυβέρνηση, τις κοινές ευθύνες και την αποτελεσματική συνεργασία σε ολόκληρο το ευρωπαϊκό ψηφιακό οικοσύστημα.
ΒΗΜΑ 4: Πώς υλοποιούμε διαλειτουργικές λύσεις;
Αφού καθορίστηκαν οι απαιτήσεις, διερευνήθηκαν οι επαναχρησιμοποιήσιμες λύσεις και δημιουργήθηκαν οι δομές συνεργασίας, οι συμμετέχοντες έστρεψαν την προσοχή τους στην υλοποίηση: το στάδιο όπου η διαλειτουργικότητα τίθεται σε εφαρμογή.
Κατά τη διάρκεια της συνεδρίας εξετάστηκαν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για να διασφαλιστεί ότι οι ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες μπορούν να εφαρμοστούν, να κοινοποιηθούν και να επαναχρησιμοποιηθούν με επιτυχία σε όλες τις διοικητικές υπηρεσίες. Παρουσιάστηκαν στους συμμετέχοντες οι κατευθυντήριες γραμμές για την κοινοποίηση λύσεων διαλειτουργικότητας, οι οποίες παρέχουν πρακτική υποστήριξη για τη δημοσίευση λύσεων με τρόπο που προάγει τη διαφάνεια, την εμπιστοσύνη και τη μακροπρόθεσμη επαναχρησιμοποίηση. Η συζήτηση ανέδειξε τη σημασία της συνοδείας των τεχνικών λύσεων με κατάλληλες ρυθμίσεις διακυβέρνησης, αδειοδότησης και συντήρησης, προκειμένου να μεγιστοποιηθεί η αξία τους για τους άλλους.
Κεντρικό θέμα της συνεδρίας ήταν η σημασία της δημιουργίας μιας κοινής αντίληψης για τα δεδομένα. Οι συμμετέχοντες εξέτασαν τον τρόπο με τον οποίο η σημασιολογική διαλειτουργικότητα επιτρέπει τη συνεπή ερμηνεία των πληροφοριών σε όλους τους οργανισμούς και τα συστήματα, με την υποστήριξη πόρων όπως τα βασικά λεξιλόγια και τα προφίλ εφαρμογών του SEMIC.
Στο πλαίσιο της διαδικασίας υλοποίησης εξετάστηκε επίσης ο τρόπος με τον οποίο οι δημόσιες διοικήσεις μπορούν να λαμβάνουν τεκμηριωμένες αποφάσεις σχετικά με τα πρότυπα και τις τεχνικές προδιαγραφές. Μέσω της Κοινής Μεθόδου Αξιολόγησης Προτύπων και Προδιαγραφών (CAMSS), οι συμμετέχοντες έμαθαν πώς να αξιολογούν και να αιτιολογούν τα πρότυπα που αποτελούν τη βάση των διαλειτουργικών ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών, συμβάλλοντας έτσι στη διασφάλιση της ευθυγράμμισης με τις κοινές ευρωπαϊκές αρχές διαλειτουργικότητας.
Τέλος, η συνεδρία παρουσίασε αναδυόμενες προσεγγίσεις, όπως το GovTech, τα πιλοτικά προγράμματα καινοτομίας και το «Rules as Code», καταδεικνύοντας πώς οι δημόσιες διοικήσεις μπορούν να δοκιμάζουν, να βελτιώνουν και να επεκτείνουν καινοτόμες λύσεις σε πραγματικές συνθήκες.
Το βασικό συμπέρασμα από το Βήμα 4 ήταν ότι η υλοποίηση υπερβαίνει κατά πολύ την απλή θέση μιας λύσης σε λειτουργία. Για να επιτευχθεί η διαλειτουργικότητα στην πράξη, οι λύσεις πρέπει να είναι κοινόχρηστες και επαναχρησιμοποιήσιμες, τα δεδομένα πρέπει να ερμηνεύονται με συνέπεια, τα πρότυπα πρέπει να επιλέγονται με προσοχή και η καινοτομία πρέπει να ενθαρρύνεται και να δοκιμάζεται συνεχώς.
ΒΗΜΑ 5: Πώς διασφαλίζουμε την ποιότητα με την πάροδο του χρόνου;
Μετά την υλοποίηση, η πρόκληση συνίσταται στο να διασφαλιστεί ότι οι διαλειτουργικές ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες θα συνεχίσουν να λειτουργούν αξιόπιστα, καθώς εξελίσσονται οι απαιτήσεις, οι ανάγκες των χρηστών και οι τεχνολογίες. Ως εκ τούτου, το Βήμα 5 επικεντρώθηκε στη μακροπρόθεσμη ποιότητα μέσω δοκιμών, παρακολούθησης, ανταλλαγής γνώσεων και ανάπτυξης ικανοτήτων.
Οι συμμετέχοντες διερεύνησαν πώς μπορεί να διατηρηθεί η ποιότητα σε επίπεδο υλοποίησης μέσω δοκιμών επικύρωσης και συμμόρφωσης. Μέσω του Περιβάλλοντος Δοκιμών Διαλειτουργικότητας (Interoperability Test Bed) έμαθαν πώς οι δημόσιες διοικήσεις μπορούν να επαληθεύουν τις ανταλλαγές δεδομένων, τα API και τα πρωτόκολλα ανταλλαγής μηνυμάτων σε σχέση με τις σημασιολογικές και τεχνικές προδιαγραφές και να αξιολογούν τον τρόπο με τον οποίο τα συστήματα αλληλεπιδρούν σε πραγματικά σενάρια.
Κατά τη διάρκεια της συνεδρίας εξετάστηκε επίσης ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να παρακολουθείται και να υποστηρίζεται η πρόοδος στον τομέα της διαλειτουργικότητας σε ολόκληρη την Ευρώπη. Η προσέγγιση «Interoperable Europe Monitoring» συμβάλλει στη μετατροπή των δεδομένων προόδου σε στοιχεία που μπορούν να αξιοποιηθούν για τη χάραξη πολιτικής και την εφαρμογή, υποστηρίζοντας την παρακολούθηση της διασυνοριακής διαλειτουργικότητας, την υιοθέτηση λύσεων διαλειτουργικότητας και την εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Πλαισίου Διαλειτουργικότητας. Το ευρύτερο σύνολο πόρων του «Interoperable Europe» παρέχει λύσεις, εργαλεία και ευκαιρίες μάθησης που βοηθούν τις διοικήσεις να ανταλλάσσουν πρακτικές και να ενισχύουν τη διαλειτουργική ικανότητα με την πάροδο του χρόνου.
Ένα τελευταίο θέμα της συνεδρίας ήταν η ανάπτυξη ικανοτήτων. Μέσα από τις εισηγήσεις του Πανεπιστημίου Εφαρμοσμένων Επιστημών της Χάγης και τις μαρτυρίες φοιτητών, οι συμμετέχοντες διερεύνησαν τον ρόλο της εκπαίδευσης, της ανάπτυξης δεξιοτήτων και της δια βίου μάθησης στην προετοιμασία των σημερινών και μελλοντικών επαγγελματιών για τον σχεδιασμό, την υλοποίηση και τη βελτίωση διαλειτουργικών ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών.
Μέχρι το τέλος του Βήματος 5, οι συμμετέχοντες είχαν καταλήξει σε ένα κεντρικό μήνυμα: η διασφάλιση της ποιότητας με την πάροδο του χρόνου απαιτεί κάτι περισσότερο από την επιτυχή υλοποίηση. Εξαρτάται από τη συνεχή δοκιμή, την παρακολούθηση, την ανταλλαγή γνώσεων και την ανάπτυξη δεξιοτήτων, προκειμένου να υποστηριχθεί η μακροπρόθεσμη εξέλιξη των διαλειτουργικών ψηφιακών δημόσιων υπηρεσιών.